απομιμούμαι


απομιμούμαι
απομιμούμαι, απομιμήθηκα βλ. πίν. 74

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απομιμούμαι — (AM ἀπομιμοῡμαι, έομαι) μιμούμαι ακριβώς, ενεργώ κατ απομίμηση νεοελλ. 1. αντιγράφω πρωτότυπο, κατασκευάζω ομοίωμα 2. παραποιώ με σκοπό την εξαπάτηση, πλαστογραφώ, παραχαράσσω αρχ. προσπαθώ να εκφράσω κάτι με κάτι άλλο …   Dictionary of Greek

  • απομιμούμαι — ήθηκα 1. αναπαρασταίνω: Δεν μπόρεσε να απομιμηθεί καλά τα χρώματα του πίνακα. 2. παραποιώ, πλαστογραφώ: Είχε απομιμηθεί την υπογραφή του θείου του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπομιμοῦμαι — ἀπομιμέομαι express by imitation pres ind mp 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀπομῑμοῦμαι , ἀπομιμέομαι express by imitation pres ind mp 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απομιμητικός — ή, ό επιδέξιος ή κατάλληλος στο να απομιμείται. [ΕΤΥΜΟΛ. < απομιμούμαι. Η λ. μαρτυρείται από το 1888 στον Ιω. Κ. Καμπούρογλου] …   Dictionary of Greek

  • αποπλάσσομαι — ἀποπλάσσομαι (Α) απομιμούμαι, αναπαριστάνω …   Dictionary of Greek

  • αφομοιώνω — (AM ἀφομοιῶ, όω) κάνω κάτι ή κάποιον όμοιο με τον εαυτό μου νεοελλ. 1. (ως οργανισμός) απορροφώ, κάνω αφομοίωση 2. (για γνώσεις, μαθήματα κ.λπ.) κατανοώ απόλυτα αρχ. 1. καθιστώ ή κάνω κάτι όμοιο με άλλο 2. συγκρίνω, παραβάλλω 3. απεικονίζω,… …   Dictionary of Greek

  • μεταπλάθω — και ματαπλάθω και μεταπλάττω και μεταπλάσσω (ΑΜ μεταπλάττω, Α και μεταπλάσσω, Μ μέσ. και μεταπλάζομαι) πλάθω κάτι διαφορετικό, μεταβάλλω ή μετασχηματίζω κάτι, μετατρέπω κάτι πλάθοντάς το («μηδέν μεταπλάττων παύοιτο ἕκαστα εἰς ἅπαντα», Πλάτ.)… …   Dictionary of Greek

  • μιμούμαι — (ΑΜ μιμοῡμαι, έομαι) [μίμος] 1. κάνω ή προσπαθώ να κάνω κάτι που κάνει κάποιος άλλος, παριστάνω, απομιμούμαι (α. «ο παπαγάλος μιμείται τη φωνή τοὺ ανθρώπου» β. «γλώσσης ἀϋτὴν Φωκίδος μιμουμένῳ», Αισχύλ.) 2. (για ηθοποιό) υποδύομαι νεοελλ. μσν.… …   Dictionary of Greek

  • παραποιώ — παραποιῶ, έω, ΝΜΑ κάνω κάτι όμοιο με κάτι άλλο για να εξαπατήσω κάποιον, κατασκευάζω κάτι κατ απομίμηση για εξαπάτηση, νοθεύω, κιβδηλεύω («παραποιώ νόμισμα» παραχαράσσω νόμισμα) νεοελ. διαστρεβλώνω, αλλοιώνω («παραποίησε το νόημα τού αποσπάσματος …   Dictionary of Greek

  • παραχαράσσω — ΝΜΑ, αττ. τ. παραχαράττω Α, παραχαράζω Ν μτφ. διαστρέφω, παραποιώ (α. «θεῑον δόγμα παραχαράττειν», Συνέσ. β. «παραχάραξε την αλήθεια») νεοελλ. απομιμούμαι ένα χάραγμα με σκοπό την απάτη και ιδίως κατασκευάζω ψεύτικα, κίβδηλα νομίσματα, είμαι… …   Dictionary of Greek